ΗΜΕΡΑ ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΝΑΡΚΩΤΙΚΩΝ ΜΕ ΜΙΑ ΑΛΗΘΙΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ

ΗΜΕΡΑ ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΝΑΡΚΩΤΙΚΩΝ ΜΕ ΜΙΑ ΑΛΗΘΙΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ

Όταν τον γνώρισε ήταν νεότερός της και όμορφος. Πολύ όμορφος. Είχε τατουάζ. Πρωτοποριακό για την εποχή. Τα έκανα στα καράβια της είπε (αν ήξερε ότι είχε κάνει φυλακή ίσως να ήταν αλλιώς τα πράγματα). Τον ερωτεύτηκε από το πρώτο λεπτό. Κι εκείνος το ίδιο. Δούλευαν μαζί. Πρώτη φορά στη ζωή της ξυπνούσε αξημέρωτα με τόσο κέφι για δουλειά.
Είχε και μια κόρη. Της το είπε. Εκείνη ήθελε απλά να βλέπει τη μαμά της ευτυχισμένη. Τον δέχτηκε στη ζωή και στο σπίτι τους.
Συζητώντας μαζί του ήξερες ότι κάτι δεν πάει καλά. Ίσως σα να είχε λίγο χαμηλότερο δείκτη νοημοσύνης. Τίποτα άλλο.
Τις φρόντιζε και τις δυο. Μάνα και κόρη. Η μία έγινε γυναίκα της ζωής του και η κόρη, το δεύτερο παιδί του. Μιας και το δικό του δεν του επέτρεπαν να το μεγαλώνει όπως ονειρευόταν.
Ήταν σωματώδης κι εργατικός. Τον περισσότερο καιρό τουλάχιστον. Τίποτα δεν προμήνυε τα μελλούμενα. Δεν υπήρχαν άλλες γυναίκες για εκείνον. Μόνο αυτό το σπιτικό. Μαγείρευε, ήταν νοικοκύρης και τρυφερός. Γελούσε, συμβούλευε και έμοιαζε να θέλει να αδράξει τη στιγμή.

Κάποια μέρα γύρισε σπίτι μεθυσμένος. Έκανε φασαρία. Έσπασε το τραπέζι του σαλονιού. Όλοι τον δικαιολόγησαν. Στον καθένα μπορεί να τύχει. Έπινε πού και πού και κάνα τσιγάρο. Έλα μωρέ και ποιος δεν πίνει;
“Έλα Μαρία, με συνέλαβαν στο δρόμο σε τυχαίο έλεγχο. Μην ανησυχείς. Είναι για ένα μηχανάκι που είχα κλέψει όταν ήμουν 17 χρονών”, της είπε κάποια μέρα.
Εργατικές φυλακές Κασσάνδρας. Πήγε κι εκεί η Μαρία. Όλοι την ερμήνευαν να μην πάει. Ότι κάτι δεν πήγαινε καθόλου καλά. Ούτε η κόρη της τον ήθελε πια. Το παρελθόν του δεν ήταν καθαρό. Όμως αυτή εκεί. Έκανε ολόκληρο ταξίδι για μια μέρα, μόνο και μόνο για να τον δει. Κι έκλαψε πολύ όταν του μιλούσε πίσω από το γυάλινο διαχωριστικό. Τον αγαπούσε βαθιά και τα συγχωρούσε όλα.

Γύρισε. Τον βρήκε σπίτι της μετά το γάμο του αδερφού της. Ήταν τόσο χαρούμενη. Κι αυτός το ίδιο. Θαρρείς και τους κορόιδευε ο Θεός. Νόμιζαν ότι όλα τα μελανά σημεία είχαν μόλις σβήσει. Αμ δε!

Η κόρη της βρήκε ένα σακουλάκι από σύριγγα στο νέο σπίτι που μόλις είχαν μετακομίσει. Το δικαιολόγησε. Σταγόνες κατακόκκινου φρέσκου αίματος, μέσα στο νιπτήρα. Το δικαιολόγησε. Κουτάλι καμμένο και πεταμένο στο πάτωμα. Το δικαιολόγησε. Κομμένο καλαμάκι στο συρτάρι. Το δικαιολόγησε. Κοσμήματα, κειμήλια ετών χαμένα. Δεν ήξερε τίποτα. Χρήματα να λείπουν από τα πορτοφόλια. Φυσικά και δεν ήξερε. Ήταν φανερό ότι είχε ξανακυλήσει στο βούρκο που ήταν πριν τις γνωρίσει.

Για την κόρη ήταν πια ξεκάθαρο. Στο σπίτι της φιλοξενούσε έναν ναρκoμανή. Το παραδέχτηκε κάποια στιγμή και ζήτησε βοήθεια. Μάνα και κόρη προσπάθησαν να τον στηρίξουν. Η ζωή έμοιαζε με μάτριξ. Μια εικονική πραγματικότητα. Ένας εφιάλτης, που κάποτε θα τελείωνε.
Αυτός πια επιθετικός. Άλλες φορές, με σαράντα βαθμούς κελσίου, να τρέμει σαν το ψάρι στο κρεβάτι κάτω από πελώρια παπλώματα.

Η κόρη δούλευε και κοίταζε να λείπει από το σπίτι όσο περισσότερο γινόταν, για να μη βλέπει. Για να μη νιώθει. Γιατί αναζητούσε την φυσιολογικότητα. Δεν ήταν άλλωστε δική της επιλογή.

Η κατάσταση ξέφευγε. Κι η Μαρία νικημένη από ένα τέρας που δεν ήξερε πώς να διώξει. Έχασε δέκα κιλά σε ένα μήνα και γέρασε το πρόσωπό της κατά είκοσι χρόνια.

Η κόρη έφυγε από το σπίτι. Δεν ήθελε να βοηθήσει κανέναν. Παρά μόνο το τομάρι της πια. Η Μαρία δεν άντεξε τελικά ούτε μέρα εκεί μέσα χωρίς το παιδί της. Έφυγε με τις παντόφλες και το κινητό της απ’ το σπίτι. Αυτός απειλούσε Θεούς και δαίμονες. Θα την σκότωνε. Θα σκότωνε όσους αγαπούσε. Πέντε μέρες κράτησαν οι απειλές. Μετά το ξέχασε. Η ηρωίνη ήταν βλέπεις η μόνη και πιο αγαπημένη του ερωμένη. Καμία άλλη. Μόνο ένα μήνυμα συγχώρεσης δέχτηκε “Δε θα σε ξαναενοχλήσω. Θα σε αφήσω να χαρείς το παιδί σου, γιατί τόσο καιρό στο στέρησα κι αυτό”. Δεν εμφανίστηκε ποτέ ξανά.

Η Μαρία και η κόρη της, μαζί με κάτι συγγενείς, πήγαν να μαζέψουν τα πράγματά τους από εκείνο το σπίτι. Είχε περάσει πριν αυτός από εκεί να πάρει τα δικά του. Για δυο δόσεις θα τα πούλησε, όρκο παίρνω. Τα πάντα μύριζαν μούχλα. Ήταν καλοκαίρι και είχε κλείσει ο λεγάμενος τον γενικό του ρεύματος. Είχαν λιώσει ψάρια και αυγά και αυτή η μπόχα ήταν ότι χειρότερο είχε μυρίσει ποτέ η κόρη της. Σε κάθε κίνηση της ερχόταν να κάνει εμετό. Να φύγουν από κεί. Να φύγουν!

Έφυγαν και οι δυο και γλίτωσαν. Για μήνες έβλεπαν εφιάλτες. Ειδικά η κόρη. Όνειρα του πρεζομένου πατριού της, να χτυπάει τη μάνα της. Όνειρα πως την πνίγει και της παίρνει την ανάσα. Ο χρόνος είναι γιατρός. Έτσι είναι.

Αυτός; Γυρνούσε γύρω γύρω σα ζωντανός νεκρός. Χτυπούσε τη μάνα του ίσως και την αδελφή του. Σε λίγους μήνες έχασε και τον αδερφό του και τη γυναίκα που τον έφερε στη ζωή. Αχ αυτή η μάνα! Πόσο πόνο σήκωσε στα μπράτσα της. Και κάθε φορά μια νέα ελπίδα. Και πάλι γκρεμιζόταν. Δήμιός της ο ίδιος της ο γιος. Τον πέταξαν πια έξω από το πατρικό του. Δε γινόταν αλλιώς. Τριάντα χρόνια τον βοήθησαν. Η ζωή του έδωσε τόσες ευκαιρίες. Δεν έχει άλλες.

Μετά από κάποια χρόνια, βρήκαν το άψυχο κουφάρι του. Σε μια αποθήκη, κοντά στη Μάνδρα Αττικής. Μια αποθήκη που έμελλε να είναι το τελευταίο του καταφύγιο. Κύρωση του ήπατος είπαν. Μετά από τόση πρέζα, ήταν το λίγότερο που θα μπορούσε να πάθει. Όταν τον βρήκαν βρισκόταν ήδη σε πλήρη σήψη. Είχε περάσει ένας μήνας βλέπεις από τη μέρα που πήγε στον Κύριο. Μόνο εκεί ίσως ηρέμισε.

Στην κηδεία του, στα 47 του χρόνια, παρευρίσκονταν μόνο 7 άτομα. Η αδερφή του, μια-δυο θείες, η Μαρία με την κόρη της και κάνα δυο γνωστοί. Αν έφευγε άλλος σε αυτή την ηλικία, ο κόσμος δε θα χωρούσε στο νεκροταφείο. Τα λουλούδια και τα στεφάνια θα ξεχύνονταν γύρω απ’ τα μνήματα. Ποιανού του αξίζει να φεύγει τόσο μόνος; Μόνος και κλεισμένος σε ένα φέρετρο σφραγισμένο με σιλικόνη. Για να μη βγαίνει η μυρωδιά της σαπίλας. Μια σαπίλα που ξεχείλιζε όμως από παντού.

Είκοσι χρόνια μετά, αυτός ο άνθρωπος, πάντα πληγώνει την καρδιά της κόρης της στη σκέψη. Η Μαρία απλά τον έχει καταργήσει απ’ το μυαλό της. Η κόρη όμως ήταν σε τόσο τρυφερή ηλικία. Δεν τον θυμάται με κακία για ό,τι τους έκανε. Ούτε για τις κρίσεις πανικού και το φόβο που είχε προκαλέσει. Τον θυμάται και πονά. Για τις στιγμές που δεν έζησε, για τις ευκαιρίες που δεν άδραξε, για το μέλλον που πέταξε, για το γιο του που δεν τον χάρηκε, για τις μαστουρωμένες του στιγμές, που ποτέ δεν ήταν αληθινές. Για όλα εκείνα.

Αυτή είναι μια απόλυτα πραγματική ιστορία. Ίσως η δική μου ίσως κάποιου άλλου. 

Αυτή η μέρα οφείλει να “γιορτάζετε” κάθε μέρα. Δεν ξέρω πώς θα σώσουμε τον κόσμο από τα ναρκωτικά. Δεν ξέρω αν νιώθω λύπηση ή θυμό. Γιατί υπάρχουν άνθρωποι που θέλουν να ζήσουν και τους χτυπάει ένας καρκίνος την πόρτα και δεν μπορούν να κάνουν ρούπι. Κι άλλοι, πάνε με φόρα πάνω στη σύριγγα που σπέρνει το θάνατο. Έτσι απλά.

Όσοι έχετε ζήσει τα ίδια, καταλαβαίνετε πολύ καλά πώς ένιωσε η Μαρία, η κόρη της, η μάνα του και η οικογένειά του. Όσοι δεν το έχουν ζήσει, ας βάλουν την ενσυναίσθησή τους σε εγρήγορση για να καταλάβουν.

Μην αγνοείτε τα σημάδια. Είναι εκεί και φωνάζουν. Όσο νωρίτερα τόσο καλύτερα.

Δέσποινα Πολυχρονιάδη
Fb: Despoina Polichroniadi
Fb page: Redletter.gr
Email: info@redletter.gr

  •  
  •  
  •  
  •